Brice Marden (AP Photo/ Jan Bauer)

Ισορροπίες, σχέσεις και η πρόσδεση του Brice Marden με τη Ελλάδα

«Marbles & Drawings» από τον Αμερικανό καλλιτέχνη στην Gagosian Athens.

Μία συνεκτική και περιεκτική παρουσίαση του ιδιαίτερου στίγματος που χαρακτηρίζει το έργο του φημισμένου Αμερικανού καλλιτέχνη Brice Marden έχει επιλέξει η γκαλερί Gagosian για την εναρκτήρια έκθεση του αθηναϊκού της παραρτήματος που άνοιξε για πρώτη φορά ως πλήρως λειτουργική αίθουσα τέχνης στην Αθήνα πριν ένα μήνα έχοντας υπάρξει από το 2009-2018 σε μικρότερη κλίμακα  στην οδό Μέρλιν. Η επισήμανση της σύνδεσης του έργου του Μarden με την Ελλάδα, τον τόπο και την φύση της προσδίδει στην έκθεση ένα ειδικό ενδιαφέρον για το ελληνικό κοινό.

Η σύνδεση αυτή υπάρχει κυρίως στην πρώτη ενότητα έργων με τα θραύσματα μαρμάρου, από τα εναπομείναντα κομμάτια ενός επίπλου που το ζεύγος Marden κατασκεύασε στο σπίτι του στην Ύδρα και στην συνέχεια θραύσματα από λατομεία (έργα από την ενότητα αυτή είχε παρουσιάσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα η γκαλερί Bernier το 1981 ενώ στην ίδια γκαλερί είχε προηγηθεί μιας παρουσίαση άλλης δουλειάς του το 1977, η πρώτη στην Ελλάδα).

Το μάρμαρο ως υλικό της αρχαιοελληνικής γλυπτικής αλλά και ως πέτρωμα της ελληνικής φύσης είναι μόνο η επιφανειακή σύνδεση. Η βαθύτερη αναφορά του Marden στην Ελλάδα που υπάρχει σε διαφορετικές μορφές και σε παλαιότερα έργα όπως την ζωγραφική σειρά Grove ή το έργοThira – ξεκινά από το ενδιαφέρον του καλλιτέχνη για την φύση και την παρατήρησή της, τις μορφές  της, τις γραμμές, και τα χρώματα που αλλάζουν ανάλογα με το φως, ένα ενδιαφέρον που δεν είναι ρομαντικό αλλά διανοητικό, παρατηρήσεις που το ελληνικό τοπίο και ο ελληνικός πολιτισμός ενέπνεαν. Ο Μarden, ο οποίος έξαλλου ανήκει στην πρώτη γενιά Αμερικανών καλλιτεχνών που αποχωρούν από τους προηγούμενους δογματισμούς και αναπτύσσουν κριτικό θεωρητικό λόγο, μετασχηματίζει την παρατήρηση, την φύση και την ρευστότητα της σε ζωγραφική γλώσσα. Η μορφή στο έργο είναι η αποτύπωση αυτής της καλλιτεχνικής διαδικασίας και αντίστροφα. Η οργανικότητα της φύσης είναι η οργανικότητα της ίδιας της τέχνης, της ζωγραφικής, της φόρμας.

@TaNeaTisTehnis

Αν λοιπόν αυτά τα έργα σε μάρμαρο που ξεκινούν την δεκαετία του ογδόντα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι σε αυτά ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί αυτούσια ένα μαρμάρινο αντικείμενο που βρέθηκε ως ζωγραφικό πεδίο (το κάνει εδώ συστηματικά αλλά έχουν ήδη προηγηθεί κάποια έργα objet trouvé), η βασική ιδέα και το κύριο ζητούμενο διατρέχουν το σύνολο του έργου του: πρόκειται για την σημασία της επιφάνειας, του σχηματισμού της μορφής, έννοιες που συνδέει το έργο του Marden με το αφήγημα της μεταπολεμικής αμερικανικής ζωγραφικής και το ανάπτυγμα του τις επόμενες δεκαετίες.

Σημαντικό ως προς το χρονολογικό σημείο εκκίνησης της έκθεσης είναι ότι η δεκαετία του ογδόντα είναι η ίδια δεκαετία που ο Μarden αρχίζει και ενσωματώνει στις μονοχρωματικές επιφάνειες που ως επί το πλείστον δούλευε ως τότε, αφηρημένες και οργανικές μορφές μέσω της λιτότητας της γραμμής.

Οι δομές δεν είναι αυστηρές και κλειστές άλλα ρευστές όπως η φύση. Η διαγώνια γραμμή πάνω στο μάρμαρο υποδηλώνει αυτή την δυναμική ενώ το τυχαίο θραύσμα του μαρμάρου γίνεται μία έμμεση μεταφορά για το πώς στην φύση, την τέχνη αλλά και μέσα από την όραση, μία μορφή γεννιέται (όπως το μέρος από το όλον) μέσα από την άλλη.

Αυτές οι εσωτερικές συνδέσεις προσδιορίζουν όλη την πορεία του έργου του και πιθανώς αντανακλούν μία διάθεση να εντοπιστεί το πρωταρχικό και οικουμενικό αυτό στοιχείο που διατρέχει όλους τους μεγάλους πολιτισμούς όπως τον αρχαιοελληνικό και τον κινεζικό τα καλλιτεχνήματα των οποίων ο Marden μελετά διαρκώς. Οι συνδέσεις αυτές φαίνονται στον διάλογο των καλλιγραφικών μορφών με τους κάθετους διαγώνιους άξονες στην δεύτερη ενότητα των έργων της έκθεσης και στο εξάπτυχο Free Painting 3 (2017), το μοναδικό μεγάλο έργο της έκθεσης που παρουσιάζεται διεθνώς για πρώτη φορά στην έκθεση της Αθήνας. Σε αυτό το έργο οι πολλαπλές στρώσεις χρώματος στα τετράγωνα χρωματικά πεδία γίνονται, στο μέρος της σύνθεσης, πινελιές που θυμίζουν τα σταξίματα του χρώματος κατά την διαδικασία της ζωγραφικής.

Υπό αυτό το πρίσμα, ή έκθεση του Μarden είναι ένας φόρος τιμής στην ζωγραφική, την καλλιτεχνική διαδικασία, την προσεκτική θέαση. Σε μία εποχή γρήγορης ενατένισης αυτή η «επιστροφή» στην προσοχή και την ύλη είναι μία γήινη και ανακουφιστική αίσθηση. Από μία άποψη, αυτή η αίσθηση έρχεται σε αντίφαση με τον «κρύο» ενιαίο φωτισμό και την αυστηρότητα του εσωτερικού της γκαλερί.

Από ιστορικής πλευράς, η έκθεση στην Gagosian είναι επίσης μία ευκαιρία να «ξαναεπισκεφθεί» κανείς το αφήγημα της αμερικανικής τέχνης, τις εκδοχές του λεγόμενου φορμαλισμού και να μελετήσει τις λεπτές αποχρώσεις και μεταλλάξεις κινημάτων όπως ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός με το υπαρξιακό του και υποκειμενικό του φορτίο και ο μινιμαλισμός με την αυστηρότητα και τον θετικισμό του. Να τον συγκρίνει με την ευρωπαϊκή παράδοση και κυρίως την ελληνική ζωγραφική παράδοση στην οποία η αφαίρεση δεν καταλαμβάνει την ισχυρότερη θέση.

Ο συνδυασμός του διανοητικού στοιχείου με την ενεργοποίηση των αισθήσεων που συναντάται στο έργο του Marden, o διάλογος του πραγματικού με την ζωγραφική επιφάνεια αντλούν στοιχεία από διαφορετικές στιγμές αυτή της πορείας της αμερικανικής ζωγραφικής (εμπεριέχει για παράδειγμα την αναζήτηση μίας εσωτερικής ουσίας στα πράγματα που υπάρχει π.χ στο έργο του Barnett Newman) έτσι ώστε να ανατρέπουν τις εύκολες κατηγοροποιήσεις σε ξεχωριστά κινήματα.

Η νέα έδρα της Gagosian Athens © Gagosian

Αναπόφευκτα η παρουσία στην Ελλάδα μίας τόσο επιδραστικής στο διεθνή χώρο της αγοράς της τέχνης γκαλερί, εγείρει και ερωτήματα που ίσως δεν θα ανέκυπταν στην περίπτωση μίας γκαλερί με μικρότερο διεθνές βεληνεκές, ζητήματα που ίσως να κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν ως συμπτώματα νοοτροπίας της «περιφέρειας». Ερωτήματα για το αν έργα με τόσο υψηλές τιμές όπως αυτά του Brice Marden μπορεί να έχουν ένα αγοραστικό κοινό στην Ελλάδα, για τον ελιτισμό δηλαδή της γκαλερί και για τo πιθανό «εταιρικό» – απόμακρο προφίλ της.

Αν δηλαδή η «ελληνικότητα» του Marden αντιστοιχεί συμβολικά και σε πραγματική διάθεση ανοίγματος της γκαλερί τόσο στην καλλιτεχνική σκηνή της Ελλάδας όσο στον ευρύτερο κύκλο των Ελλήνων συλλεκτών με μικρότερη οικονομική δυνατότητα. Η κατευθείαν ανάθεση στον Δημήτρη Αντωνίτση (ο οποίος γνωρίζει τον Marden από την δεκαετία του 90 και έχει δείξει δουλειά του στο Hydra School Project ήδη από το 2001) να συγγράψει το δοκίμιο στον κατάλογο της έκθεσης που θα είναι διαθέσιμο σε όλα τα παραρτήματα της γκαλερί, δείχνει μία διάθεση διαλόγου με Έλληνες επαγγελματίες της που έχουν και διεθνή παρουσία. Το αν, για παράδειγμα, η γκαλερί στην Αθήνα εφαρμόσει, τηρουμένων των αναλογιών, τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της με τις εκδηλώσεις, ομιλίες και συμβάντα που οργανώνονται στο κεντρικό της παράρτημα.

Με γνώμονα ότι μία γκαλερί είναι πάντα και μία επιχείρηση, η όποια κατεύθυνση της Gagosian στην Αθήνα και οι όποιες ισορροπίες που θα αποφασίσει σε μία χώρα που δοκιμάζεται πολλαπλά, παραμένει ένα ζητούμενο η απάντηση στην οποία θα δοθεί με τον χρόνο.

Η έκθεση «Marbles & Drawings» του Brice Marden στην Gagosian Athens (Αναπήρων Πολέμου 22, Κολωνάκι) θα διαρκέσει έως τις 19 Δεκεμβρίου.