Ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης μπροστά σε ένα έργο του Δαυίδ Σαμπεθάι, Φωτό: Μαρία Ιωάννου

Ξέρω τι θα διαβάσεις αυτό το καλοκαίρι: Γιώργος Τζιρτζιλάκης, καθηγητής αρχιτεκτονικής και καλλιτεχνικός σύμβουλος του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ

Η τέχνη ως κάτι παρωχημένο (από την πλευρά του υψηλότερου προορισμού της)

Αρπάζω την ευκαιρία που μου προσφέρει το ερώτημα των Νέων της Τέχνης για τα βιβλία που θα διαβάσω το καλοκαίρι, για να θέσω ένα αφετηριακό ερώτημα που με απασχολεί (και φέτος το καλοκαίρι):

Γιατί οι άνθρωποι που αγαπούν την τέχνη (εν προκειμένω, και την αρχιτεκτονική) αισθάνονται ολοένα και περισσότερο την ανάγκη να διαβάζουν; Επειδή πολλά μπορεί να υποθέσει κανείς, ξεκινώ με το πλαίσιο των βιβλιοφιλικών θερινών αποσκευών μου.

Ανάμεσα στη δεύτερη και την τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα ο Χέγκελ δίνει ορισμένες διαλέξεις για την Αισθητική, όπου καταθέτει την εξής προκλητική διαπίστωση: «Η τέχνη είναι και παραμένει για μας, από την πλευρά του υψηλότερου προορισμού της, κάτι το παρωχημένο». ‘Όπως αντιλαμβάνεστε, ξεκινώ από το (α), δηλαδή τη φιλοσοφία (Χέγκελ, Εισαγωγή στην αισθητική, μτφρ. Γιώργος Βελουδής, Εκδόσεις Πόλις). Τι εννοεί με μια τέτοια αινιγματική διατύπωση ο Γερμανός Φιλόσοφος; Όχι βέβαια τον δραματικό «θάνατο» ή το «τέλος» της τέχνης tout-court – όπως επιπόλαια πολλοί βιάστηκαν να υποστηρίξουν – αλλά την έναρξη μια περιόδου όπου η καλλιτεχνική αναπαράσταση γίνεται πιο σύνθετη και πλήρης διανοητικών, στοχαστικών, θεωρητικών ακόμη και επιτελεστικών στοιχείων.

Από τα μέσα του 17ου αιώνα τέχνη και αρχιτεκτονική αρχίζουν να χάνουν την προγενέστερη αμεσότητά και την λατρευτική τους αξία, ανοίγοντας δοσοληψίες με την υποκειμενικότητα του δημιουργού αλλά και εκείνου που τις παρατηρεί ή τις κατοικεί, άλλοτε δύστροπα κι άλλοτε απολαυστικά. Είτε μας αρέσει, λοιπόν, είτε όχι, εφεξής η προτεραιότητα παρέχεται στην περιβόητη «έννοια», και μόνο με τον τρόπο αυτό η τέχνη παραμένει αισθητή, δηλαδή αισθητική.

Τα χρόνια που ακολούθησαν η νεώτερη δημιουργία έγινε ακόμη περισσότερο διανοητική: Η κριτική διάθεση, η σωματικότητα, το γκροτέσκο, η ειρωνεία, τα παίγνια, τα παράδοξα, το αρχείο, η πολιτικοποίηση, η διεκδίκηση των συμβόλων, όλα αυτά διατηρούν δεσπόζουσα τη διανοητική και στοχαστική τους συνιστώσα.

Έτσι, λοιπόν, σε μια εποχή όπου η «τέχνη από την πλευρά του υψηλότερου προορισμού της είναι κάτι το παρωχημένο» – στους παρατεταμένους μετασχηματισμούς της οποίας μετέχουμε όλοι –, παραθέτω ορισμένα βιβλία που συμπληρώνουν τις φετινές αποσκευές μου με στοιχεία: (β) μυθο-ποίησης και μεταμόρφωσης (Σώματα που άλλαξαν τη θωριά τους. Διαδρομές στις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου, ανθολόγηση, μτφρ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής, Εκδόσεις Gutenberg)·(γ) φιλοσοφικού σχολίου (Τζιόρτζιο Αγκάμπεν, Μέσα χωρίς σκοπό, ιδίως τα κείμενα «Σημειώσεις για τη χειρονομία» και «Τι είναι μια διάταξη;», μτφρ. Αθηνά Παπαναγιώτου, Θάνος Ζαρταλούδης Εκδόσεις Νήσος)· (δ) ποιητικής (Ορφέας Απέργης, Η γλώσσα τους, Εκδόσεις Νεφέλη)· (ε) δοκιμιακού λόγου (περιοδικό  recto/verso, τεύχος 02, εκδότης Δημήτρης – Χρυσός Τομαράς).

Και φτάνοντας στον διαταραγμένο πυρήνα της ίδια της τέχνης, επανέρχομαι: (στ) στη μυστική εμπειρία (Παύλος Φλορένσκυ, Η αντίστροφη προοπτική. Το εικονοστάσι, μτφρ. Σωτήρης Γουνελάς, Εκδόσεις Ίνδικτος)· (ζ) σε ορισμένες «αποκαταστάσεις» (Νίκος Δασκαλοθανάσης, Restitutions. 14 κείμενα ιστορίας της τέχνης, Εκδόσεις Futura) και (η) στην ανήσυχη σχέση του αρχαϊκού με το μοντέρνο (Christian Zervos & Cahiers d’Art. H Αρχαϊκή Στροφή, επιμ. Πολύνα Κοσμαδάκη, Έκδοση Μουσείου Μπενάκη).

Δώστε μου λίγο χρόνο ακόμη και κλείνω τη βαλίτσα! Για να μη παρεξηγηθώ βέβαια, αυτά είναι μερικά βιβλία στα οποία θέλω να ανατρέξω, «από την πλευρά του υψηλότερου προορισμού τους». Ωστόσο, συχνά εκείνο που συμβαίνει είναι να κορφολογώ αποσπάσματα, διασυνδέσεις, αναμένοντας το δικό τους χρόνο.

Επιμέλεια στήλης: Ιωάννα Γκομούζα