Τμήμα Εικαστικών Τεχνών & Επιστημών της Τέχνης Iωαννίνων

Τηλεκπαίδευση + καλλιτεχνική έκφραση = δύσκολη εξίσωση

Όπως όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, η Σχολή Καλών Τεχνών αναγκάστηκε να λειτουργήσει με τηλεκπαίδευση, τόσο στα θεωρητικά όσο και στα εργαστηριακά μαθήματα. Ξεκίνησε έτσι μια διαμαρτυρία των φοιτητών που εύλογα νιώθουν ότι η παραγωγή καλλιτεχνικού έργου είναι αδύνατη εκτός του φυσικού χώρου του εργαστηρίου. Εκτός από τα πρακτικά ζητήματα (έλλειψη υποδομών) υπάρχει η έλλειψη της ανατροφοδότησης και της ζωντάνιας από τη διδασκαλία που γίνεται μέσα σε ένα εργαστήριο. Όμως, υπάρχει ο κίνδυνος να απορρίψει κανείς μία νέα προοπτική χρησιμοποιώντας αξιολογικά κριτήρια που προέρχονται από μία προϋπάρχουσα συνθήκη, αυτή της (δοκιμασμένης) δια ζώσης εκπαίδευσης.

Χρήσιμο είναι λοιπόν να ορίσει κανείς τις έννοιες (για παράδειγμα, πως αντιλαμβάνεται την εκπαίδευση), την οπτική και το κριτήριο. Αν χρησιμοποιήσει ως κριτήριο την πρόσφατη εμπειρία από την χρήση της τηλεκπαίδευσης, η εικόνα που προκύπτει είναι μάλλον προβληματική.

Αυτό συμβαίνει και διότι ορθά έχει υιοθετηθεί η θεώρηση ότι προϋπόθεση της καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι η εμπειρία, η επαφή με την πραγματικότητα έτσι όπως αυτή γίνεται αντιληπτή σε ενεστώτα χρόνο και στον φυσικό χώρο, κάτι στο οποίο η τηλεκπαίδευση αποτυγχάνει. Την αναπόδραστη αυτή σχέση ανάμεσα στην εμπειρία και την καλλιτεχνική δημιουργία αλλά και εκπαίδευση υπογραμμίζει ο πρώην πρύτανης και καθηγητής σε ένα από τα εργαστήρια ζωγραφικής της ΑΣΚΤ Γιώργος Χαρβαλιάς ο οποίος μεταξύ άλλων, δηλώνει ότι με την τηλεκπαίδευση έχει αναγκαστεί να αναπροσαρμόσει το μάθημα σε λιγότερη πρακτική και περισσότερο σε ασκήσεις γύρω από γενεαλογίες και αφηγήσεις στην ιστορία της.

Η βιωματική μάθηση, όπως την γνωρίζουμε ως τώρα, δεν απομονώνει την μάθηση από την κοινωνική αλληλεπίδραση, την καθημερινή συναναστροφή φοιτητών και καθηγητών στο χώρο του πανεπιστημίου, τις κοινωνικές δεξιότητες. Όσο και αν ο ψηφιακός κόσμος είναι και αυτός ένα δίκτυο ικανό να χωρέσει εντός του πολλές διαφορετικές «παρουσίες» ,να γεφυρώσει αποστάσεις, ακόμα και να εξαλείψει δυσκολίες όπως η χρονοβόρα καθημερινή διαδρομή από και προς το πανεπιστήμιο, οι όροι και ο τρόπος συναναστροφής διαφέρουν κατά πολύ.

Σύμφωνα με τη Βίκυ Μπέτσου, καθηγήτρια του εργαστηρίου Βιντεοτέχνης στην ΑΣΚΤ, με την τηλεκπαίδευση έχει παρατηρηθεί αυξημένη προσέλευση, όμως δεν είναι βέβαιο πόσοι φοιτητές παρακολουθούν ή απλώς ανοίγουν το μικρόφωνο και κινούνται μέσα στο χώρο τους. Ακόμα πιο προβληματικό είναι ότι εν αντιθέσει με την υποτιθέμενη συμμετοχικότητα που προσφέρει η τηλεκπαίδευση, οι φοιτητές είναι μάλλον παθητικοί δέκτες της πληροφορίας. Η έλλειψη συμμετοχής και ανατροφόδοτησης από τους φοιτητές δεν είναι βέβαια σπάνιες στη δια ζώσης εκπαίδευση, όμως σε μία αίθουσα, ο καθηγητής μπορεί να λάβει και άλλα μη λεκτικά μηνύματα από τους φοιτητές, από την γλώσσα του σώματος, την απορία στα βλέμματα, και να κατευθύνει το μάθημα ανάλογα. Με αυτή την έννοια το δια ζώσης μάθημα γίνεται πιο «εξατομικευμένο».

© Shutterstock

Εδώ εισέρχεται το ζήτημα του πως η τηλεκπάιδευση συναρτάται με θέματα τυποποίησης και ομογενοποίησης της γνώσης και της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Πρόκειται για ένα ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό θέμα που σχετίζεται με την διόγκωση και μαζικοποίηση της αγοράς της εκπαίδευσης, την εργαλειοποίηση της γνώσης, που αντιμετωπίζει τον καλλιτέχνη ως διαχειριστή, τα δίκτυα ως σύγχρονες μορφές εξουσίας, ενώ συχνά μέσω της παραπλανητικής έμφασης στις ατομικότητες οδηγεί στην αποδυνάμωση του κοινωνικού ιστού και την αποκοπή της γνώσης από το φυσικό και ιδεολογικό χώρο που την παράγει. Όσο καίρια και αν είναι αυτά τα ζητήματα, η εστίαση σε αυτά μπορεί και να είναι ένας «προοδευτικός λαϊκισμός» καθώς το ίδιο φαινόμενο που τα γεννά έχει και πολλαπλά θετικά οφέλη: την προσβασιμότητα στη γνώση και σε προγράμματα που παρέχουν ορισμένα από τα πιο επιφανή πανεπιστήμια παγκοσμίως, την ευελιξία και την ελευθερία επιλογής.

Τηλεκπαίδευση: Eργαλείο και Μέσο

Η τηλεκπαίδευση είναι μέρος του ίδιου φαινομένου, είναι ένα εργαλείο αλλά και ένα μέσο. Αν για το κοινό της δια βίου μάθησης έχει νόημα, για τους φοιτητές που για πρώτη φορά έρχονται σε επαφή με την ανώτατη εκπαίδευση, η τηλεκπαίδευση ως κύριο μέσο που διαμορφώνει ή επηρεάζει τον τρόπο μάθησης είναι ανεπαρκής.

Από την άλλη, θα ήταν λάθος να εξωραϊσει κανείς τη δια ζώσης διδασκαλία. Από καθαρά πρακτική άποψη, οι αίθουσες στα πανεπιστήμια μπορεί να είναι βρώμικες, χωρίς θέρμανση, να μην έχουν τον κατάλληλο φωτισμό. Οι φοιτητές μπορεί να μην προσέρχονται τακτικά στα μάθημα και οι καθηγητές να επαναπαύονται σε μία «αυτόματη» διδασκαλία. Ο καθηγητής πολυμέσων Μάνθος Σαντοριναίος, πρωτεργάτης στην εισαγωγή της ψηφιακής τεχνολογίας στην ανώτατη καλλιτεχνική εκπαίδευση εδώ και δεκαετίες -το εγχείρημα @postasis είναι μία διεθνής πλατφόρμα και μια μέθοδος εκπαίδευσης από απόσταση που πραγματοποιήθηκε με δική του πρωτοβουλία και με φορείς την ΑΣΚΤ και το πανεπιστήμιο Paris VIII- επισημαίνει πως δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε σωματική και μη σωματική διδασκαλία (σωματική με την έννοια της φυσικής παρουσίας) αλλά ανάμεσα σε καλή και κακή διδασκαλία.

Εδώ τίθεται το ερώτημα του αν το μέσο είναι και το μήνυμα, δηλαδή κατά πόσο τον ίδιο το ψηφιακό εργαλείο διαμορφώνει τον τρόπο διδασκαλίας, την εμπειρία και την απόκτηση γνώσης. Για τους ένθερμους υποστηρικτές της τηλεκπαίδευσης, η ψηφιακή επικοινωνία της γνώσης ενισχύει την συμμετοχικότητα, την ομαδικότητα και τονώνει το αίσθημα της αυτενέργειας καθώς ο σπουδαστής/καλλιτέχνης καλείται να χειριστεί κάποια ψηφιακά εργαλεία: η κατάκτηση αυτού του ψηφιακού κώδικα/λογισμικού δίνει την ικανοποίηση ότι διαχερίζεται ενεργά το περιβάλλον του και επομένως τονώνει την επιθυμία για περισσότερη διάδραση και γνώση. Οι ίδιοι υποστηρικτές διακρίνουν επίσης την μαθητοκεντρική (αντί για καθηγοκεντρική) διδασκαλία, που ακυρώνει τις αυθεντίες και κατά κάποιον τρόπο μοιράζει τους ρόλους εξουσίας, καθώς όπως λέει ο Σαντοριναίος η σύγχρονη εκπαιδευτική πρακτική στο κέντρο της οποίας βρίσκεται η ψηφιοποιημένη γνώση σπάει την εκπαιδευτική πυραμίδα. Πρόκειται δηλαδή για μία ρευστή και δυναμική κατάσταση.

Όμως αυτό δεν φαίνεται επιβεβαιώνεται στην πράξη. Οι φοιτητές, όσο ενεργοί και να είναι σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης (άρα εξοικειωμένοι με ψηφιακή επικοινωνία) εξακολουθούν να “απέχουν”, δεν συσπειρώνονται, και είναι “αιχμάλωτοι” της οθόνης για τόσες ώρες ώστε πλέον να διαρραγεί και η έννοια του προσωπικού ελεύθερου χρόνου, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Γιώργος Χαρβαλιάς. Σε αυτό το σημείο η τηλεκπαίδευση συναντά τα λεγόμενα “ευέλικτα ωράρια” τόσο για τους φοιτητές όσο για τους καθηγητές που με τις παρούσες συνθήκες και χωρίς να διαπιστώνουν μία πιο ενεργητική συμμετοχή των φοιτητών επιβαρύνονται με μία εξουθενωτική διδασκαλία. Ερχονται δηλαδή στην επιφάνεια ζητήματα που αφορούν σε όρους εργασίας και δικαιώματα και εμμέσως ακόμα και ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας.

Είναι βεβαίως πιθανό ότι ανεπτυγμένα λογισμικά θα οδηγήσουν σε ένα ψηφιακά προηγμένο εκπαιδευτικό περιβάλλον που να παρακάμπτει τέτοιου τύπου δυσκολίες διότι δεν θα έχει ως σημείο αναφοράς την τωρινή πραγματικότητα. Δεν θα στέκει ως μία προσομοίωση της πραγματικότητας αλλά ως μία αυτόνομη πραγματικότητα με την δική της αξία και τους δικούς της κανόνες.

Είδη τέχνης όπως τα πολυμεσικά έργα, τα έργα που σχεδιάζονται για το διαδίκτυο, τα έργα που δανείζονται την γλώσσα των video games, μπορούν να διδαχθούν με νέους, ευφάνταστους όρους ψηφιακά και εξ αποστάσεως. Η τηλεκπαίδευση όμως δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αίσθηση της κλίμακας που έχει το έργο μέσα στο χώρο, την «παρουσία» του, την σχέση με το χώρο και τον τρόπο που ο θεατής κινείται γύρω από αυτό, με τον τρόπο που έχουμε εκπαιδευτεί να αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα.

Τα λογισμικά εξελίσσονται, το ίδιο και οι νέες μέθοδοι διδασκαλίας. Ωστόσο, η προετοιμασία και η δομή ενός μαθήματος με τηλεκπαίδευση απαιτεί μελέτη, εξειδίκευση και γενναία χρηματοδότηση που μέχρι τώρα δεν υπάρχει.

© Evenbrite

Σωματοποίηση της γνώσης

Πέραν των πρακτικών, ας σταθεί κανείς στον καθόλου τυχαίο χαρακτηρισμό «σωματοποίηση» της γνώσης. Η εμπέδωση της γνώσης, η αναμετάδοσή της, η έκφρασή της μέσα από την δημιουργία είναι διαδικασίες που περνάνε και μέσα από το σώμα, δηλαδή τις αισθήσεις και την εμπειρία. Ο όρος «σωματοποίηση» της γνώσης δεν είναι εξάλλου τυχαίος. Λέγεται, ότι μαθαίνει κανείς μέσα από το παιχνίδι, το παράδειγμα, δηλαδή μέσα από την εμπειρία. Ως προς την καλλιτεχνική δημιουργία, η βιωματική αυτή διάσταση είναι ακόμα πιο ζωτική. Ίσως εκείνο που εγγράφεται στην μνήμη, εκείνο που καλύτερα θυμάται κανείς, το ερέθισμα που ενεργοποιεί την καλλιτεχνική έκφραση να είναι κάτι από την ίδια την ζωή. Ταυτόχρονα η εξοικείωση με ψηφιακά εργαλεία είναι δεδομένο για κάθε σύγχρονο άνθρωπο που μαθαίνει, πληροφορείται δημιουργεί. Παρότι κανείς οφείλει να αντιμετωπίσει την τηλεκπαίδευση χωρίς τεχνοφοβία, με ανοιχτό μυαλό και συνείδηση ότι η τεχνολογία έφερνε πάντα ανατροπές αλλά συνέβαλε στην πρόοδο, δεν μπορεί παρά να επισημάνει και να υποστηρίξει έναν έντονο σκεπτικισμό απέναντι στην προοπτική μίας εκπαιδευτικής διδασκαλίας με την τηλεκπάιδευση ως κύριο εργαλείο μάθησης. Θα μπορούσε άραγε να φανταστεί κανείς μία επάνοδο στην κανονικότητα με τηλε-πανεπιστήμια; Προς το παρόν τουλάχιστον μία τέτοια προοπτική μοιάζει μακρινή και αφύσικη. Η αντίδραση των φοιτητών της Σχολής Καλών Τεχνών το επιβεβαιώνει. Η επιστροφή στον φυσικό χώρο μπορεί να μην είναι εφικτή όπως και τόσες άλλες ζωτικές δραστηριότητες, όμως η εφαρμογή της τηλεκπαίδευσης πρέπει να ερευνηθεί προσεκτικά, μεθοδικά και κατά περίπτωση, διότι συνδυαστικά μπορεί να προσφέρει μία νέα προσέγγιση της εκπαίδευσης και να καλλιεργήσει τις δυνατότητες της ανθρώπινης αντίληψης.