© Shutterstock

Οι 2 της Παρασκευής: Να πουλά το μουσείο ή να μην πουλά;

Της Όλινκας Μηλιαρέση-Βαρβιτσιώτη

Το θέμα δεν είναι καινούργιο, αλλά με κάθε μεγάλη δυσκολία επανέρχεται επιτακτικά στο προσκήνιο. Στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας ήταν η χρηματοοικονομική κρίση, τώρα οι νέες συνθήκες που γέννησε η πανδημία του κορονοϊού και το lockdown. Τι δυνατότητες επιβίωσης έχουν τα μουσεία μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα; Κατά πόσο και υπό ποιες προϋποθέσεις δικαιούνται να εκποιήσουν αντικείμενα και έργα τέχνης από τις συλλογές τους;

Στις ΗΠΑ, όπου η νομοθεσία και το καθεστώς των πολιτιστικών ιδρυμάτων είναι διαφορετικά και δεν απαγορεύεται το λεγόμενο deaccesioning, έχουν δει αρκετές φορές το φως της δημοσιότητας περιπτώσεις πώλησης έργων τέχνης από μουσειακές συλλογές. Yπό την προϋπόθεση ότι στόχος αυτής της κίνησης θα ήταν η αγορά περισσότερων έργων τέχνης δήλωνε η Association of Art Museum Directors (AAMD), που δεν έχει διστάσει σε διαφορετικές περιπτώσεις να εκφράσει την έντονη αντίδρασή της εκδίδοντας αυστηρές συστάσεις προς τα μέλη της.

Άλλωστε τα μουσεία είναι ζωντανοί οργανισμοί, μέσα από τις συλλογές τους αποτυπώνουν τον παλμό και τις αναζητήσεις της εποχής τους. Ωστόσο, το αφήγημα αυτό μέσα στον χρόνο αλλάζει. Οι εκθέσεις τους (οφείλουν να) αναδιοργανώνονται σύμφωνα με τους κοινωνικούς και καλλιτεχνικούς προβληματισμούς ώστε να ανοίγουν επίκαιρο διάλογο και να προσφέρουν επί της ουσίας στο κοινό.

Όταν το 2017 το Berkshire Museum αποφάσισε να δημοπρατηθούν 40 έργα από τις συλλογές του (ανάμεσά τους δημιουργίες των Norman Rockwell και Alexander Calder), ώστε να καλυφθεί μέρος των συσσωρευμένων οικονομικών ελλειμμάτων του που ανέρχονταν στα 1,15 εκατομμύρια δολάρια, η Ένωση Διευθυντών Μουσείων Τέχνης και η American Alliance of Museums αντέδρασαν δηλώνοντας απερίφραστα ότι οι συλλογές των μουσείων «διαφυλάττονται για το κοινό συμφέρον και δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως διαθέσιμο χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο».

Ο Απρίλιος που μόλις ζήσαμε φαίνεται να κομίζει νέα δεδομένα στους πολιτιστικούς θεσμούς πέραν του Ατλαντικού. Σε πρόσφατη ανακοίνωσή του, το συμβούλιο της AAMD γνωστοποίησε μια σειρά ψηφισμάτων που ενέκρινε αναγνωρίζοντας τις «εκτεταμένες αρνητικές επιπτώσεις της τρέχουσας κρίσης στη λειτουργία και τους ισολογισμούς πολλών μουσείων τέχνης». Αναφέρει ότι έως τις 10 Απριλίου 2022 θα αποφύγει τη μομφή ή την επιβολή κυρώσεων σε οποιοδήποτε μουσείο ή διευθυντή μουσείου αποφασίσει να χρησιμοποιήσει περιορισμένα κεφάλαια, καταπιστεύματα και δωρεές για την κάλυψη γενικών λειτουργικών εξόδων και έσοδα από τις πωλήσεις έργων των συλλογών τους για την «άμεση φροντίδα» της συλλογής.

Μήπως υπό το πρίσμα της τρέχουσας συγκυρίας δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως επιλήψιμη η επιλογή ενός μουσείου να χρησιμοποιήσει επιλεγμένα αποκτήματά του για τη διάσωσή του;

Στην Ευρώπη βέβαια τόσο η νομοθεσία όσο και ο ίδιος ο χαρακτήρας των συλλογών είναι σαφέστατα διαφορετικά και τέτοιου είδους λύσεις δεν μπαίνουν στη σφαίρα της συζήτησης. Μήπως όμως τελικά ένας διάλογος για το πώς θα μπορούσαν τα μουσεία να εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητά τους και μέσα από τους θησαυρούς τους θα άξιζε αυτή τη στιγμή να ενεργοποιηθεί;

Μουσείο El Prado, Μαδρίτη © AP Photo/Bernat Armangue

Του Δημήτρη Αθηνάκη

Η συζήτηση έχει ξεκινήσει και δεν θα γινόταν αλλιώς· την προηγούμενη εβδομάδα, στις ΗΠΑ, τέθηκε το ερώτημα εάν θα πρέπει τα μουσεία να πωλούν κομμάτια της συλλογής τους για να αντεπεξέλθουν στην οικονομική λαίλαπα που επιφέρει η πρωτόγνωρη πανδημία του κορονοϊού. Ζούμε σε μία ανθυγιεινή εποχή που θα καθιστά αναγκαίες όλο και περισσότερο ανθυγιεινές λύσεις. Και ο χώρος του πολιτισμού θα πρέπει να απαντήσει σε κρίσιμα ερωτήματα επιβίωσης ― και τα ίδια τα μουσεία ακόμη.

Ένα μουσείο ―δημόσιο και ιδιωτικό― είναι κιβωτός, θησαυροφυλάκιο, θεματοφύλακας και, ασφαλώς, δεν είναι γκαλερί· αυτό είναι σαφές και φαντάζει περιττό να κουβεντιάσουμε τη διαφορά. Τα μουσεία, όμως, είναι ζωντανοί οργανισμοί που χρειάζονται τροφή, και οι καιροί αλλάζουν· τώρα που κάθε κράτος θα πρέπει αναθεωρήσει τους πιεζόμενους προϋπολογισμούς του, τώρα που και η ιδιωτική οικονομία, πέραν του περιορισμού της, θα αναγκαστεί να αναπροσαρμόσει στόχους και μέσα, είναι πλέον η στιγμή να ανοίξει στα σοβαρά ―οι εποχές είναι ραγδαίες― και στη χώρα μας η κουβέντα για το εάν τα μουσεία θα μπορούν να πωλούν τμήματα της συλλογής τους, τώρα που και οι δανεισμοί τίθενται εν αμφιβόλω, αφού κανείς πλέον δεν γνωρίζει πότε θα ανοιγοκλείνουν τα ιδρύματα διεθνώς.

O Donn Zaretsky, νομικός ειδικευμένος σε θέματα τέχνης, έθεσε τα εξής ερωτήματα, σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του στο Artnews, όπου εξετάζει αυτό ακριβώς το ζήτημα: «Λοιπόν, υπό ποιες συνθήκες θα ήταν αποδεκτό ένα μουσείο να πουλήσει έργα; Δεν γνωρίζω. Τι είναι το μουσείο; Ποιος είναι ο σκοπός του; Γιατί πουλά το μουσείο; Τι σκοπεύει να κάνει με τα χρήματα; Ποιες είναι οι εναλλακτικές λύσεις για την πώληση; Ποιες είναι οι συνέπειες της μη πώλησης; Θα λάβουμε όλες τις απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις και κατόπιν θα πάρουμε τη σκληρή απόφαση για το εάν οι πωλήσεις δικαιολογούνται».

Θα έλεγε κανείς, βέβαια, ότι ο Zaretsky μιλάει για τις ΗΠΑ ― εκεί το μουσείο, κατά κόρον ιδιωτικό, ταυτίζεται ως επί το πλείστον με τη νεότερη και σύγχρονη τέχνη, όχι με τους αρχαιολογικούς θησαυρούς, όπως στη χώρα μας. Θα φανταζόταν κανείς το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, που είναι ιδιωτικό μουσείο, να πουλάει κομμάτια της συλλογής του; Θα φανταζόταν, όμως, να κάνει το ίδιο το ΕΜΣΤ;

Γεννώνται διαρκώς ερωτήματα. Πέραν όσων θέτει, δηλαδή, ο Zaretsky, θα αναγκαστούμε, αν κριθεί απαραίτητο να κουβεντιάσουμε, να μπούμε σε πιο ειδικά ζητήματα: πωλείται πιο δύσκολα ένα προϊστορικό τσουκάλι από μία καρέκλα του Κουνέλλη; Είναι ή δεν είναι ιδίας βαρύνουσας σημασίας για την εθνική μας ταυτότητα και συνέχεια η αρχαία, η βυζαντινή και η σύγχρονη τέχνη;

Θα τολμήσουμε, άραγε, να ανοίξουμε και πάλι αυτήν τη συζήτηση; Θα υποχρεωθούμε να προσαρμοστούμε στις νέες συνθήκες; Υπάρχουν, τελικά, «ιερά και όσια» που δεν τίθενται υπό αίρεσιν ο κόσμος να χαλάσει (που χαλάει); Θα αντέξουμε τα ερωτήματα που θα προκύψουν και δεν θα έχουν να κάνουν μόνο με την επιβίωση των ιδρυμάτων;