Ο Oliver Barker πουλάει το «Black» (1986) του Jean-Michel Basquiat’s στο Sotheby’s Contemporary Art Evening Auction στη Νέα Υόρκη (28/10). Photo: Michael Bowles/Getty. Courtesy Sotheby’s and Getty images

Μας δείχνει η πανδημία την πραγματική τιμή της τέχνης;

Όπως και ο υπόλοιπος κόσμος της τέχνης, έτσι και η αγορά της έχει πληγεί από την πανδημία. Ωστόσο, αξίζει να αναλογιστούμε τις επιπτώσεις της κρίσης αυτής στον καθαρά εμπορικό παράγοντα της αγοραπωλησίας: την τιμή των έργων. Παράλληλα, αν λάβουμε υπόψη την κρισιμότητα της διαφάνειας στην αγορά, η οποία πάντα απασχολούσε και ακόμα απασχολεί τον κόσμο της τέχνης, ανακύπτουν ποικίλα ερωτήματα προς συζήτηση.

Ενίσχυσε η αναταραχή της πανδημίας αυτή τη διαφάνεια στην αγορά; Βοήθησε ώστε να εκλογικευτούν οι τιμές των έργων; Μήπως τώρα ξέρουμε περισσότερα για την πραγματική τιμή της τέχνης;

Σε μια εποχή όπου οι γκαλερί παραμένουν τον περισσότερο χρόνο κλειστές και οι φουάρ έχουν μεταβεί σε ψηφιακές μορφές, όπου οι πωλήσεις τους γίνονται μέσα από το διαδίκτυο και περιορίζονται στην πλειοψηφία τους σε χαμηλότερης τιμής έργα, ο μόνος τομέας της αγοράς που μοιάζει να λειτουργεί απρόσκοπτα, υπό νέο καθεστώς κανονικότητας, είναι οι οίκοι δημοπρασιών. Και είναι αυτός ακριβώς ο τομέας της αγοράς που περισσότερο αφορούν τα θέματα διαφάνειας.

Το διάστημα από το ξέσπασμα της πανδημίας και το πρώτο lockdown, τον περασμένο Μάρτιο, μέχρι σήμερα,οι οίκοι πραγματοποίησαν πολυάριθμες φυσικές, ψηφιακές αλλά και υβριδικές δημοπρασίες στις οποίες τα πιο αξιόλογα αντικείμενα προς πώληση δεν ήταν έργα τέχνης. Ας θυμηθούμε τον σκελετό ενός τυραννόσαυρου Ρεξ που δημοπρατήθηκε τον περασμένο μήνα από τους Christie’s στη Νέα Υόρκη, τη δημοπρασία αυτοκινήτων των Sotheby’s στο Λονδίνο λίγες ημέρες πριν και τη δημοπρασία συλλεκτικών sneakers Nike από τον ίδιο οίκο τον περασμένο Σεπτέμβριο. Παρατηρούμε πως η εξέλιξη των δημοπρασιών οδηγεί τους οίκους στην πώληση αγαθών υψηλής αξίας, είτε πρόκειται για τέχνη είτε όχι. Βέβαια, θα υπάρξουν και φωνές που θα υποστηρίξουν πως ένα καλοσχεδιασμένο και εντυπωσιακό αυτοκίνητο είναι έργο τέχνης και – για να είμαι ειλικρινής – δε θα μπορούσαμε να το αρνηθούμε, αν θεωρήσουμε τέχνη οτιδήποτε θρέφει τις αισθήσεις. Αυτή η τάση στον τομέα των δημοπρασιών, η οποία είχε αρχίσει να διαφαίνεται πολύ πριν την πανδημία, εντάθηκε και επιταχύνθηκε με το πέρασμα στις ψηφιακές πλατφόρμες.

Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη δεν είναι ξεκάθαρο αν έκανε τα πράγματα καλύτερα στο κομμάτι της διαφάνειας και του ελέγχου των τιμών στην αγορά της τέχνης. Σίγουρα κάποια πράγματα έγιναν πιο ανοιχτά και προσιτά σε ευρύτερο κοινό. Για παράδειγμα, οι τιμές των έργων, οι οποίες δημοσιοποιούνται στο διαδίκτυο και είναι προσβάσιμες από όλους είτε πρόκειται για φουάρ είτε για δημοπρασία, επιτρέποντας στους επισκέπτες και υποψήφιους αγοραστές να οργανώσουν μια πιο αποτελεσματική στρατηγική στην αγορά. Επίσης, σύμφωνα με τους αναλυτές, όταν ένα έργο παρουσιάζεται απευθείας με την τιμή του, οι πιθανότητες να πουληθεί είναι πολύ περισσότερες.

Από την άλλη, υπάρχει η άποψη πως, ειδικά στον τομέα των δημοπρασιών, η ψηφιακή εποχή προσφέρει νέες δυνατότητες για μεγαλύτερη αδιαφάνεια στην αγορά.  Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως οι τρεις μεγαλύτεροι οίκοι, Christie’s, Sotheby’s και Phillips, ανήκουν σε ιδιώτες. Πρακτικά, αυτό σημαίνει πως δεν είναι υποχρεωμένοι να δημοσιεύουν αναλυτικές αναφορές για τα έργα και τις δημοπρασίες, παρά μόνο μια γενική αναφορά στο τέλος κάθε έτους. Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει πλήρης διαφάνεια για τις εργασίες τους.

Επίσης, η έλλειψη τυπωμένων καταλόγων για τις δημοπρασίες, αφενός λόγω της ψηφιοποίησης των πωλήσεων και αφετέρου λόγω της οικολογικής ευαισθητοποίησης των εταιρειών, επιτρέπει στους οίκους να «παίζουν» με τα προσφερόμενα έργα. Χωρίς την ύπαρξη έντυπου καταλόγου, όπου αναγράφονται οι εκτιμήσεις και τα στοιχεία των έργων, δεν μπορούν να υπάρξουν απτές αποδείξεις για τις μεταβολές των τιμών ή για τη μη πώληση ενός έργου κτλ. Αν για παράδειγμα υπάρξει πρόβλημα με κάποιο έργο πριν τη δημοπρασία, αυτό απλά εξαφανίζεται από τη σελίδα του οίκου, χωρίς να «μειώνεται» η αξία του ή να αμαυρώνεται το ιστορικό του στην αγορά. Έτσι, οι οίκοι έχουν την δυνατότητα να αποκρύπτουν πληροφορίες ή να αλλάζουν τα στοιχεία των πωλήσεων και να τα προσαρμόζουν ανάλογα με τους στόχους τους. Με αυτό τον τρόπο χειραγωγούν τους αγοραστές και κατευθύνουν την αγορά.

Σίγουρα δεν μπορεί να υπάρξει ξεκάθαρη απάντηση για το αν η κρίση που διανύουμε έχει συμβάλει θετικά ή αρνητικά στην αγορά τέχνης και τη διαφάνεια των συναλλαγών. Το βέβαιο είναι πως έχει κάνει τις διαδικασίες πιο πολύπλοκες, παρά τη φαινομενική επιτάχυνσή τους. Το μέλλον θα δείξει ποια θα είναι η εξέλιξη της αγοράς σε αυτή τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται.