Richard Prince, Untitled (Cowboy) 1989

Richard Prince: Πίσω από το μύθο του καουμπόι

Οικειοποιείται φωτογραφίες, διαφημίσεις και εκφράσεις της ποπ κουλτούρας, τις οποίες αφού τις βγάλει από το αρχικό τους πλαίσιο, τις ξαναφωτογραφίζει για να εξερευνήσει ιδέες σχετικά με την αμερικανική ταυτότητα και τον καταναλωτισμό. Οι φωτογραφίες, τα γλυπτά και οι πίνακές του παρωδούν οπτικά και λεκτικά κλισέ – βελτιωμένα αυτοκίνητα, μυθικούς καουμπόηδες, μοτοσυκλετιστές, φιλενάδες, αστεία, γελοιογραφίες και διασημότητες –, απεικονίζοντας την «υψηλή» και τη «λαϊκή» κουλτούρα. Παράλληλα, όμως, είναι και λάτρης της χαμένης αγνότητας της Αμερικής.

Γεννημένος στη Διώρυγα του Παναμά το 1949, o Richard Prince μετακόμισε στη Νέα Υόρκη το 1973 όπου άρχισε να εργάζεται στις εκδόσεις Time Life. «Αρχειοθετούσα με βάση συγκεκριμένα μοτίβα, χρώματα και προϊόντα για τα οποία δεν ένιωθα τίποτα. Συνέλεγα διαφημίσεις Winston, Salem, Newport και Marlboro», έχει δηλώσει σχετικά. Αυτό το ανεξάντλητο υλικό έγινε ένας αγωγός που τον οδήγησε στην αμερικανική ψυχή, στις επιθυμίες και στα όνειρα που διαμόρφωσαν την αμερικανική ταυτότητα. «Έψαχνα για ομοιότητες στις διαφημίσεις. Όσο περισσότερο έβλεπα ομοιότητες, τόσο περισσότερο μπορούσα να το πιστέψω».

Διάσημη είναι η σειρά Cowboys – ένα μοτίβο που επανέρχεται στη δουλειά του –, για την οποία ξαναφωτογραφίζει λεπτομέρειες του αρχετυπικού ήρωα των ΗΠΑ πάνω στο άλογό του από ρεκλάμες τσιγάρων Marlboro. «Με τις διαφημίσεις με καουμπόηδες θα μπορούσα να κάνω κάτι που να μοιάζει σαν ένα still από κινηματογραφική ταινία. Μου αρέσει πολύ η ιδέα της αναστολής της δυσπιστίας που έχουμε στον κινηματογράφο», επισημαίνει ο ίδιος. O Prince αμφισβητεί συνεχώς το τι είναι αληθινό. «Φαίνεται ότι κυνηγώ εικόνες που δεν πιστεύω αρκετά. Και προσπαθώ να τις ξαναπαρουσιάσω με ακόμα πιο απίστευτο τρόπο».

Μέσα από τη δουλειά του, αντικατοπτρίζει την κοινωνία στην οποία ζει, εκθέτει και επικρίνει τις ιδεολογικές και πολιτιστικές αξιώσεις της. Οι μυθικοί του καουμπόηδες είναι μια ενσάρκωση της αρρενωπότητας και τα μινιμαλιστικά καπό από οχήματα Mustang, Challenger και Charger συγχωνεύουν την κουλτούρα των σπορ αυτοκινήτων ως μια ιδιαίτερα αμερικανική νοοτροπία. Οι γυναίκες με τις μοτοσικλέτες – στην ενότητα Girlfriends – συνδέονται με την ανδρική επιθυμία, ενώ η σατιρική σειρά Jokes αναφέρεται στις σεξουαλικές φαντασιώσεις και τις σεξουαλικές απογοητεύσεις της λευκής, μεσαίας τάξης. Σε έργα όπως το αμφιλεγόμενο Spiritual America, για το οποίο το 1976 ξαναφωτογράφισε ένα πορτρέτο της δεκάχρονης γυμνής Brooke Shields του Garry Gross, και τους ερωτικούς του πίνακες από τη θεματική Nurse που βασίστηκαν σε εξώφυλλα από pulp fiction νουβέλες – που ήταν πολύ δημοφιλείς στην Αμερική στα μέσα του 20ού αιώνα – εξερευνά τη σεμνοτυφία και τον καταναλωτισμό, τον πουριτανισμό και την ποπ κουλτούρα στη χώρα του.

Η σχέση του με την αμερικανική μαζική κουλτούρα είναι αμφίσημη. Από τη μία πλευρά την απεχθάνεται και από την άλλη τον σαγηνεύει. Συλλέγει με ζέση αντικείμενα που διαμόρφωσαν την ταυτότητα των πολιτών στη χώρα του από τη δεκαετία του 1950 έως αυτή του 1980 – φωτογραφίες, άλμπουμ, περιοδικά, γελοιογραφίες, αφίσες, αυτοκίνητα, βίντεο. Είναι, επίσης, κάτοχος μιας εξαιρετικής βιβλιοθήκης μοντέρνας αμερικανικής λογοτεχνίας, έχοντας π.χ. διάφορα αντίτυπα του μυθιστορήματος Στο δρόμο του Jack Kerouac. Ο ίδιος θεωρεί ότι η συλλογή του και το έργο του είναι αλληλένδετα. Μέσω αυτής της υβριδικής σύζευξης, ο Prince καταφέρνει να επικρίνει το αμερικανικό «ιδεώδες» και να ανατρέψει το αμερικανικό όνειρο.

Τίνα Σωτηριάδη


Μέρος του αφιερώματος Φάκελος Αμερική στο τ.252 των Νέων της Τέχνης