© AP Photo/Kamran Jebreili

Να (με) φωτογραφίσω ή να μη (με) φωτογραφίσω;

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τ. 248 των Νέων της Τέχνης (15 Ιανουαρίου 2020) 

 

Είναι γεγονός ότι, από την εποχή της ψηφιακής αναπαραγωγής εικόνων και του διαμοιρασμού τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έχουμε μια διαφορετική σχέση με τη φωτογραφία. Κατά πολλούς τρόπους, η διαδικασία της φωτογράφισης έχει μετατραπεί από ιδιωτικό τελετουργικό σε δημόσια περφόρμανς: η αμεσότητα του διαδικτυακού μοιράσματος ικανοποιεί την προβολή της οπτικής καταγραφής και της επιμέλειας της παρουσίασης των εμπειριών μας, με τις φωτογραφίες να αποκτούν διπλή ζωή ως αναμνήσεις στο προσωπικό ημερολόγιο και ως δημόσια δήλωση της δραστηριότητάς μας.

Ανάμεσα στο ένα τρισεκατομμύριο φωτογραφίες που εκτιμάται ότι ποστάρονται στο διαδίκτυο κάθε χρόνο –7,5 δισεκατομμύρια στο Facebook κάθε μήνα– από τις πιο δημοφιλείς εμφανίζονται οι selfies σε μνημεία και χώρους πολιτισμού: όλοι καταγράφουν και μοιράζονται τις θετικές εμπειρίες τους και η επίσκεψη σε μουσεία ανήκει σε αυτές.

Εμπειρία ή φωτογραφία της;

Τα μουσεία, βέβαια, παραδοσιακά είχαν λόγους για να αποθαρρύνουν τη φωτογράφιση στους χώρους τους. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται η αποφυγή της φθοράς των έργων τέχνης λόγω της φωτεινότητας των φλας ή η αποτροπή τυχόν εμπορικής χρήσης των φωτογραφιών, η οποία διασφαλίζει ότι το πωλητήριο παραμένει το μοναδικό άμεσα προσβάσιμο σημείο απόκτησης της αναπαραγωγής ενός έργου σε καταλόγους, αφίσες και κάρτες με υψηλή ποιότητα ανάλυσης, αλλά και προστατεύει τα δικαιώματα καλλιτεχνών και κατόχων έργων τέχνης.

Ανάμεσα στο ένα τρισεκατομμύριο φωτογραφίες που εκτιμάται ότι ποστάρονται στο διαδίκτυο κάθε χρόνο –7,5 δισεκατομμύρια στο Facebook κάθε μήνα– από τις πιο δημοφιλείς εμφανίζονται οι selfies σε μνημεία και χώρους πολιτισμού

«Οι δανεισμοί έργων μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης συχνά περιέχουν όρους περιορισμού της φωτογράφισης λόγω δικαιωμάτων των δημιουργών, ενώ πολλοί καλλιτέχνες ή εκπρόσωποι των estates τους δεν επιθυμούν η φωτογράφιση να υπονομεύει την εμπειρία θέασης της τέχνης», εξηγούσε σε σχετικό άρθρο η διευθύντρια μάρκετινγκ του Μουσείου Guggenheim, Laura Miller, αναγνωρίζοντας όμως παράλληλα ότι ο διαδικτυακός διαμοιρασμός φωτογραφιών εκθέσεων εντείνει το ενδιαφέρον του κοινού για το πρόγραμμα του μουσείου. Προς επίρρωση της άποψής της, σημείωνε το παράδειγμα της προβολής της έκθεσης του James Turrell (2013) στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: παρότι υπήρξε πολιτική μη φωτογράφισης από το μουσείο, η έκθεση προβλήθηκε ιδιαίτερα από φωτογραφίες επισκεπτών που τραβήχτηκαν στο Guggenheim και βρέθηκαν στο διαδίκτυο κατά τη διάρκειά της ανάμεσα στις πάνω από 15.000 εικόνες με hashtag #Turrell και #JamesTurrell.

©AP Photo/Andrew Harnik

Στον ίδιο τόνο, στο hashtag του Instagram #olafureliasson, οι πολυμορφικές εγκαταστάσεις του καλλιτέχνη στην έκθεση «In real life» στην Tate Modern (2019) εμφανίστηκαν ως πολυφωτογραφημένα περιβάλλοντα με τους ίδιους τους επισκέπτες να αλληλεπιδρούν με αυτές. Στην έκθεση «Infinity mirrors» (2017) της Yayoi Kusama, η οποία θεωρείται από τις περισσότερο προβεβλημένες εικαστικούς στο Instagram, το Μουσείο Broad στο Λος Άντζελες όρισε το χρονικό περιθώριο των 30 δευτερολέπτων για κάθε selfie στα γεμάτα φως και καθρέπτες καλειδοσκοπικά δωμάτια της καλλιτέχνιδας προκειμένου να μην δημιουργείται συνωστισμός. Εδώ, ενδιαφέρον προκαλεί, βέβαια, το ότι την έκθεση –τα 25.000 εισιτήρια της οποίας εξαντλήθηκαν μέσα σε λίγες ώρες– κάλυψε φωτογραφικά κατά προτεραιότητα μία επιλεγμένη ομάδα από influencers μέσων δικτύωσης.

Σε μια εποχή που η ευκολία και η ταχύτητα της κατανάλωσης των εικόνων είναι αδιαμφισβήτητες, μπορεί η επιθυμία για φωτογραφική καταγραφή να υπερνικά τη συγκέντρωση για την ίδια την παρατήρηση των έργων; Και έπειτα, πόσο εφικτό είναι για τους επισκέπτες μιας έκθεσης να αφιερώσουν ποιοτικό χρόνο για τη θέαση των έργων, όταν ο χώρος της κατακλύζεται από όσους πρωτίστως ενδιαφέρονται να απαθανατίσουν παρά να βιώσουν την εμπειρία αυτή καθαυτή;

Προκειμένου η επίσκεψη στο μουσείο να μην καταλήγει παθητική και επιφανειακή διαδικασία, στην οποία τα ηλεκτρονικά μέσα αποσπούν την προσοχή των θεατών, το Rijksmuseum στο Άμστερνταμ διοργάνωσε το 2018 τη δράση #startdrawing: ένα διήμερο κατά το οποίο το μουσείο πρότεινε στους επισκέπτες του να εγκαταλείψουν τη φωτογράφιση και να αφιερώσουν χρόνο στη θέαση των εκθεμάτων, επιλέγοντας να εμπλακούν με το περιεχόμενό τους σχεδιάζοντας κάποιο από αυτά. «Στην πολυάσχολη ζωή μας, ξεχνάμε πώς να παρατηρούμε διεξοδικά και μέσα από την ενασχόληση με το σχέδιο μπορείς να δεις πάντα περισσότερα», σημείωνε χαρακτηριστικά για το συγκεκριμένο πρόγραμμα ο γενικός διευθυντής του Rijksmuseum, Wim Pijbes.

©AP Photo/Bilal Hussein

Snap and share

Σκοπός της δράσης υπήρξε να αυξηθούν οι επισκέπτες του μουσείου που θα αφιέρωναν ποιοτικότερο χρόνο στην απόλαυση της ομορφιάς της τέχνης γνωρίζοντας παράλληλα το γοητευτικό μέσο του σχεδίου, ακόμα και έπειτα από τη διήμερη διάρκειά της. Την ίδια στιγμή, όμως, τόσο τα μουσεία, όπως το Rijksmuseum, που επιτρέπουν τη φωτογράφιση στους χώρους τους όσο και άλλα που αίρουν σε μέρος των εκθέσεών τους τον περιορισμό της, όπως το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, το Guggenheim ή το Βρετανικό Μουσείο, και ενθαρρύνουν το διαμοιρασμό φωτογραφιών μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης με τη δημιουργία hashtags, δικών τους μουσειακών εφαρμογών και ειδικών καναλιών, την παροχή δωρεάν Wifi στο χώρο τους ή με την οργάνωση της #MuseumSelfieDay (κάθε Ιανουάριο από το 2014), γνωρίζουν ότι ο διαμοιρασμός της φωτογραφικής πληροφορίας λειτουργεί ως εύφορο επικοινωνιακό εργαλείο.

Στον αντίποδα όσων συζητούν για τη φωτογράφιση ως ένα είδος όχλησης της μουσειακής εμπειρίας, υπάρχουν εκείνοι που αναφέρουν ότι όταν αυτή καθορίζεται από συγκεκριμένους κανόνες, μπορεί να λειτουργήσει με θετικό πρόσημο, καθιστώντας το ίδιο το μουσείο φιλικό και όχι «απόμακρο» προς τον θεατή, δίχως διάθεση να τον πατρονάρει ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα βιώσει την επίσκεψή του. Παράλληλα σημειώνουν ποικίλα οφέλη της διαδικτυακής κοινοποίησης των εκθέσεων: μέσω της κοινωνικής δικτύωσης ενθαρρύνεται η επικοινωνία ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικών γενεών, ενώ παράλληλα ανοίγεται ένας χώρος σύνδεσης με ηλικιακά νεότερες ή ενδεχομένως όχι εκ των προτέρων «φιλότεχνες» ομάδες, γεγονός που παρέχει στα μουσεία και στις αίθουσες τέχνης δυνατότητες για την προσέγγιση νέων κοινών.

Αν οι φωτογραφίες είναι η αποτύπωση του τρόπου που βλέπουμε τον κόσμο μας και οι selfies τον εαυτό μας, τότε η εμφατική παρουσία τους στους μουσειακούς χώρους ενδεχομένως να αξίζει να ιδωθεί περισσότερο ως μια αναζήτηση για την τοποθέτηση των επισκεπτών στη γενικότερη πολιτιστική συζήτηση

Πολλές φορές, με αφορμή τη φωτογράφιση μιας έκθεσης, η αποτύπωση επεκτείνεται στη συνολική εντύπωση της επίσκεψης, σε όψεις του κτιρίου και του περιβάλλοντος χώρου ενός μουσείου, λειτουργώντας θετικά για την προβολή του, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις μουσείων μικρότερης εμβέλειας που δεν διαθέτουν φήμη και μέσα για να προβάλλουν τις εκθέσεις τους δυναμικά. Με τον ίδιο τρόπο, εικόνες εκθέσεων «ταξιδεύουν» και ανοίγονται επικοινωνιακά σε κοινά που διαμένουν μακριά από τις καλλιτεχνικές μητροπόλεις και ενδεχομένως σε όσους δεν έχουν την ευχέρεια να επισκεφθούν πληθώρα εκθέσεων λόγω της έλλειψης χρόνου, προσβασιμότητας ή οικονομικών πόρων.

© Παραχώρηση Μουσείο Μπενάκη

Η συζήτηση μπορεί να συνεχίζεται, είναι βέβαιο όμως ότι η αμεσότητα της φωτογράφισης και της κοινοποίησης των εικόνων της έχει αλλάξει αμετάκλητα την κουλτούρα θέασης του κόσμου μας. Αν οι φωτογραφίες είναι η αποτύπωση του τρόπου που βλέπουμε τον κόσμο μας και οι selfies τον εαυτό μας, τότε η εμφατική παρουσία τους στους μουσειακούς χώρους ενδεχομένως να αξίζει να ιδωθεί περισσότερο ως μια αναζήτηση για την τοποθέτηση των επισκεπτών στη γενικότερη πολιτιστική συζήτηση, αποτυπώνοντας εντυπώσεις και προκαλώντας τη διαδικτυακή διάδραση μέσα από ψηφιακές αναμνήσεις που αγγίζουν πολλούς αποδέκτες.