Supporters of U.S. President Donald Trump protest in front of the U.S. Capitol Building in Washington, U.S. January 6, 2021. REUTERS/Stephanie Keith

Είμαστε όλοι… Αμερικανοί

Παρακολουθώντας με κομμένη ανάσα τους εισβολείς στο Κοινοβούλιο να επιχειρούν να ανατρέψουν τις δημοκρατικές διαδικασίες, βιώσαμε τη σκοτεινή πλευρά του Αμερικανικού Ονείρου και συνειδητοποιήσαμε για ακόμα μια φορά πόσο εύθραυστη είναι η δημοκρατία. Το πρόσφατο αφιέρωμα των Νέων της Τέχνης στην Αμερική παρουσιάζει εμβληματικούς καλλιτέχνες όπως ο Andy Warhol, η Cady Noland, η Cindy Sherman και ο Richard Prince που υπονομεύουν τον αμερικανικό τρόπο ζωής και με μάλλον αιρετικό τρόπο θέτουν ερωτήματα σχετικά με την οικουμενική αποδοχή του. Είμαστε άραγε όλοι Αμερικανοί;

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, στην Τimes Square της Νέας Υόρκης φιγουράρουν billboards με την εικόνα της Ιβάνκα Τραμπ, κόρης και συμβούλου του προέδρου των ΗΠΑ, με τη λεζάντα 33.366+ Νεοϋορκέζοι. 221.227+ Αμερικανοί. Η διαφημιστική πινακίδα χρηματοδοτήθηκε από το Lincoln Project, μία ομάδα πολιτικής δράσης που συστάθηκε από πρώην μέλη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, και αναφέρεται στα θύματα του κορονοϊού και τους καταστροφικούς χειρισμούς για την πανδημία από την προεδρία των ΗΠΑ.

Ο κορονοϊός έφερε στην επιφάνεια πολλά από τα προβλήματα που ταλανίζουν τη χώρα, όπως π.χ. την έλλειψη δημόσιου συστήματος υγείας για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Κεντρικό σημείο της καμπάνιας του Τραμπ ήταν η υπόσχεση να δώσει τέλος στο πρόγραμμα ιατρικής ασφάλισης που επικυρώθηκε από τη Γερουσία επί Ομπάμα. Να ξεκαθαρίσουμε εδώ ότι δεν μιλάμε για δωρεάν ασφάλιση, αλλά για ένα νόμο που απαιτεί την υποχρεωτική ασφάλιση. Οι εργαζόμενοι δηλαδή υποχρεούνται να «αγοράσουν» ασφαλιστική κάλυψη, το 60% της οποίας επωμίζεται βάσει νόμου ο εργοδότης.

Το 2008, με ένα μαύρο Πρόεδρο να κρατά τα ηνία της χώρας, ήταν διάχυτη η προσδοκία για περισσότερη δικαιοσύνη. Όμως, είδαμε πολλούς μαύρους Αμερικανούς να πέφτουν θύματα της αστυνομικής βίας. Τον Ιούλιο του 2016, ο μαύρος ακαδημαϊκός Cornel West κατηγόρησε τον Ομπάμα για νεοφιλελεύθερη πολιτική ίσων αποστάσεων και στηλίτευσε την αδυναμία του να αναχαιτίσει το ρατσισμό και τη συστημική βία εναντίον των μαύρων πολιτών.

Ο διχασμός, ο καιροσκοπισμός και η «λευκή υπεροχή» έφτασαν στο ζενίθ τους με τον πρόεδρο Τραμπ. Η ρητορική του διχασμού και της μισαλλοδοξίας βρήκε ανταπόκριση στον λευκό ανειδίκευτο εργάτη σε πολιτείες όπου έκλεισαν εργοστάσια και βιομηχανίες. Ήταν αυτός ο ψηφοφόρος που ένιωσε τον κοινωνικό αποκλεισμό και έφερε στην εξουσία ένα λαικιστή, αμοραλιστή ηγέτη. Το σύνθημα «Ας κάνουμε την Αμερική ξανά σπουδαία», που χρησιμοποίησε στην πρώτη εκλογική καμπάνια του, προσκαλεί μεν σε συσπείρωση αλλά φέρει κι ένα υπόγειο μήνυμα εθνικισμού. Για την ακρίβεια, δεν πρόκειται καν για καινούργιο σλόγκαν, αλλά για επανάληψη αυτού που χρησιμοποίησε ο Ρήγκαν το 1980. Παρά τις εναλλαγές στον προεδρικό θώκο και τις διαφορετικές επιλογές, το διακύβευμα είναι πάντα το ίδιο: η ιμπεριαλιστική «πρωτιά» της χώρας.

Στη δεκαετία του ’80 απογειώθηκε η κατανάλωση, ο ατομικισμός και η αδιαφορία για το κοινωνικό σύνολο. Ο πρόεδρος Ρήγκαν οδήγησε στην πλήρη απελευθέρωση των αγορών, μια πράξη τον αντίκτυπο της οποίας βλέπουμε δεκαετίες μετά. Η τηλεόραση, η υπερκατανάλωση, η απελευθέρωση της αγοράς μπορεί να ξεκίνησαν από την πέρα όχθη του Ατλαντικού, αποτέλεσαν όμως παγκόσμιο δυτικό μοντέλο. Η Αμερική είχε καταφέρει να εξάγει και να στυλώσει την κουλτούρα της σε όλο τον κόσμο. Και δεν ήταν άλλη από την κουλτούρα του καπιταλισμού. Η επιθυμία της επέκτασης, της βελτίωσης και της κατανάλωσης που προωθεί το συγκεκριμένο σύστημα έχει ως έρεισμα την ίδια την ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό, παρά τις ακαμψίες ή δυσλειτουργίες του, εξακολουθεί να είναι κυρίαρχο, ακόμα και σε πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Με αυτή την έννοια, λοιπόν, είμαστε όλοι, θέλοντας ή μη, Αμερικανοί.

Με τη λογική ότι η Αμερική εξακολουθεί να επηρεάζει τις ζωές μας αλλά και να διαμορφώνει την κουλτούρα μας, παρουσιάζουμε ένα μικρό αφιέρωμα στη σύγχρονη αμερικανική τέχνη, εστιάζοντας σε εμβληματικούς καλλιτέχνες που δεν διστάζουν να δουν πίσω από το «αμερικανικό όνειρο» τη σχιζοφρενική κουλτούρα μιας χώρας πολλαπλών ταχυτήτων.

Μέρος του αφιερώματος Φάκελος Αμερική στο τ.252 των Νέων της Τέχνης