Cady Noland Tower of Terror (1993) Courtesy Glenstone Museum, Potomac, Maryland (US), Installation view MUSEUM MMK FÜR MODERNE KUNST, Photo: Axel Schneider

Cady Noland:Τα διάτρητα σύμβολα μιας αυτοκρατορίας

Η τέχνη της είναι μια σπουδή στο «αμερικανικό όνειρο» που μοιάζει περισσότερο με εφιάλτη. Τα έργα της έχουν βαθιά ριζωμένα ορόσημα της σύγχρονης ιστορίας που άλλαξαν το κοινωνικό πρόσημο και την ηθική της Αμερικής. Για παράδειγμα, τα λάστιχα, που κατέχουν σημαίνουσα θέση στις εκθέσεις της, παραπέμπουν στην αυτοκινητοβιομηχανία των ΗΠΑ. Η Ford και η General Motors έδωσαν δουλειά σε χιλιάδες εργαζόμενους και συνέβαλαν στη μετάβαση της χώρας στη βιομηχανική επανάσταση. Παράλληλα, πέρασαν το μήνυμα στο μέσο πολίτη ότι μπορεί να είναι πλέον ανεξάρτητος. Τις δεκαετίες του ᾽50 και ᾽60 το αυτοκίνητο κατοχυρώνεται ως σύμβολο status, ευημερίας και ανεξαρτησίας. Δεκαετίες αργότερα, ο συγκεκριμένος κλάδος θα εισέλθει σε βαθιά κρίση και θα χαθούν χιλιάδες θέσεις εργασίας, ώσπου ο Τράμπ να έρθει στην εξουσία με το σύνθημα ότι θα ξανακάνει την Αμερική ισχυρή.

Η ρητορική της υπεροχής που διακρίνει τις ιμπεριαλιστικές πρακτικές οι οποίες έφεραν τον πόλεμο στο Βιετνάμ και στο Ιράκ, την παγκόσμια τρομοκρατία και σειρά από θηριωδίες στη Μέση Ανατολή βρίσκονται στο στόχαστρο της Cady Noland. Κυριολεκτικά στο στόχαστρο. Δεν διστάζει να δείξει την αμερικανική σημαία βεβηλωμένη, με τις τρύπες από τους πυροβολισμούς που η ίδια έχει επιφέρει στο ύφασμα και στην ιδέα. Πυροβολεί το «αμερικανικό όνειρο», στρέφεται εναντίον του εθνικισμού που επικαλύπτεται από συλλογικά ψέματα, τα οποία διοχετεύονται στο λαό μέσω την πολιτικής και των media με τη συνδρομή διασημοτήτων. Αυτή η ανακύκλωση τηλεοπτικών σκουπιδιών και προσώπων που έχουν πλέον περάσει στο πάνθεον της αμερικανικής κουλτούρας, όπως η Betty Ford, η Patty Hearst και ο Charles Manson, φιγουράρουν στις εκθέσεις της πλάι σε κουτιά από μπύρες Budweiser, αμερικανικές σημαίες, χειροπέδες, λάστιχα, κράνη και πλαστικά κοτόπουλα. Οι εγκαταστάσεις της είναι αλληγορίες μιας εσωτερικευμένης κοινωνικο-ιστορικής ανάγνωσης της Αμερικής.

Τα σημαντικότερα έργα της έγιναν τη δεκαετία του ’80 όταν ο καταναλωτισμός, ο φετιχισμός του αντικειμένου ως συμβόλου πλουτισμού, περιορισμού και αποκλεισμού, ήταν στο ζενίθ του. Η αδυσώπητη κριτική της Νεοϋορκέζας εικαστικού στον ψυχοπαθή τρόπο ζωής των Αμερικανών, στη λατρεία του χρήματος δεν μπορούσε να μην στραφεί και στην αγορά της τέχνης. Παρότι το 1989 η δημιουργία της με τίτλο Oozewald σημείωσε ρεκόρ τιμής για έργο γυναίκας καλλιτέχνιδας (πωλήθηκε για $6,6 εκατομμύρια), η ίδια δεν ήθελε να είναι μέρος μιας αγοράς που έδινε μόνο χρηματική και όχι ιδεολογική αξία στην τέχνη. Άρχισε, λοιπόν, να αποσύρεται σταδιακά από την ενεργή δράση, εκφράζοντας δημόσια διαφωνίες και προκαλώντας διενέξεις για τον τρόπο που συλλέκτες, οίκοι δημοπρασιών ή μουσεία παρουσίαζαν τη δουλειά της. Μάλιστα, έφθασε στο σημείο να αποποιηθεί έργα της σε δημοπρασία του Sotheby’s το 2012. Απέρριψε πρόταση για αναδρομική στο MoMA της Νέας Υόρκης, ενώ έχει μείνει στην ιστορία η δήλωσή της στην πρόθεση του Larry Gagosian να παρουσιάσει δουλειά της ότι «θα τον πυροβολούσε αν το τολμούσε». Επιπλέον, απαίτησε και πέτυχε σε έκθεση έργων της στο Brant Foundation να αναγράφεται σε εμφανή θέση ότι δεν την εγκρίνει. Το 2012, κατάφερε ένα άλλο disclaimer να συνοδεύει έργο της στο περίπτερο του Christopher D’Amelio στην Art Basel, γνωστοποιώντας ότι ο συγκεκριμένος γκαλερίστας δεν είναι ειδικός στη δουλειά της.

Η αποστροφή της στη φήμη και τη δημοσιότητα είναι τέτοια που δεν βρίσκεις φωτογραφίες της στο διαδίκτυο. Παρόλα αυτά, δεν έχει καθόλου ατονήσει το ενδιαφέρον για τη δουλειά της, αποδεικνύοντας ότι η προσωπική ακεραιότητα είναι πιο γοητευτική από τα πλούτη και την ευρεία αναγνωρισιμότητα.

 

Βασίλης Ντούπας


Μέρος του αφιερώματος Φάκελος Αμερική στο τ.252 των Νέων της Τέχνης